Οι Άνθρωποι του Αλίμου

Η κορυφαία Αλιμιώτισσα Υψίφωνος Βούλα Αμιραδάκη ανέλαβε νέους ρόλους

Η κορυφαία Αλιμιώτισσα Υψίφωνος Βούλα Αμιραδάκη ανέλαβε νέους ρόλους

Η κορυφαία Αλιμιώτισσα Υψίφωνος Βούλα Αμιραδάκη, παράλληλα με την ιδιότητα του Σολίστ της Όπερας, ανέλαβε τον ρόλο καθηγήτριας φωνητικής Μονωδίας στο Ωδείο Ιεράς Μητρόπολης Πειραιώς και στο Ωδείο Ιεράς Μητροπόλεως Περιστερίου.

Οι Ιερές Μητροπόλεις Πειραιά και Περιστερίου, βλέποντας το μεγάλο κενό που έχει δημιουργηθεί από έλλειψη θετικών προτύπων στη νεολαία, προσπαθούν να στρέψουν το ενδιαφέρον της νεολαίας και προς τη ποιοτική μουσική (Φωνή και όργανο).

Η Βούλα Αμιραδάκη προέρχεται από δύο καλλιτεχνικές οικογένειες. 

Ο ένας από τους προπαππούδες της ήταν βαθύφωνος στο Ελληνικό Μελόδραμα και μια θεία της ήταν κορυφαία μπαλαρίνα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.  Από μικρή είχε ανάλογα ακούσματα και από τους γονείς της, αλλά και τους παππούδες της.

Ξεκίνησε από μαθήτρια του πιάνου σε Ωδείο κοντά στο σπίτι της, στη Λεωφόρο Ελευθερίας (Αμφιθέας). Στη συνέχεια, σε ανώτερο επίπεδο, στον Πειραϊκό Σύνδεσμο, όπου ολοκλήρωσε το πιάνο, όπως επίσης και αντίστιξη, αρμονία και φούγκα, με άριστα. Εκεί οι καθηγητές της ανακάλυψαν ότι, άξιζε να ασχοληθεί και με το λυρικό τραγούδι.

Είχαν δίκιο διότι, κάθε έτος σπουδών της, το έκλεινε με αντίστοιχες πάντα διακρίσεις και βραβεία. Μέχρι και το δίπλωμα μονωδίας, πρώτο βραβείο άριστα  παμψηφεί στο Ωδείο Athenaeum, στο οποίο τελείωσε και μελοδραματική με άριστα. Είχε ανοίξει πλέον ο δρόμος για διεθνή άμιλλα. Οι τότε καθηγητές της, την παρότρυναν να πάρει μέρος στον διεξαγόμενο μετά από λίγο καιρό διαγωνισμό του ιδρύματος Μαρία Κάλλας, για υποτροφία στο εξωτερικό.

Πράγματι εξασφάλισε ετήσια υποτροφία στο Μιλάνο, η οποία τελικώς διήρκησε τέσσερα έτη, λόγω εξαιρετικής προόδου, την οποία μάλιστα, παρακολουθούσε προσωπικά ο Πρόεδρος του Ιδρύματος, Χρήστος Λαμπράκης. Στο Μιλάνο είχε την τύχη να μελετήσει (σπουδάσει) με τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες του  είδους: τον  Μαέστρο Roberto Negri, Διευθυντή σπουδών της Ακαδημίας της Σκάλας του Μιλάνου και την υψίφωνο Maria Luisa Cioni.

Το Μιλάνο εξακολουθεί να είναι η Μέκκα της λυρικής τέχνης. Εκεί ήλθε επιτροπή από την Νότια Κορέα για να επιλέξει πρωταγωνίστρια για τη  Madama Butterfly, όπου θα ανέβαζε σ’ ένα – αντίστοιχο με το Μέγαρο Αθηνών – θέατρο στη Νότια Κορέα. 

Εκεί την επέλεξαν για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η διεθνής άμιλλα συνεχίστηκε με βραβεύσεις στο Palermo, βραβείο Kaleidos, στο  Grand Prix Maria Callas στην Αθήνα, με αποκορύφωμα την Πολιτιστική Ολυμπιάδα της Αθήνας, στο Διεθνή Διαγωνισμό «Δημήτρης Μητρόπουλος» (‘Όπερα της Γης), όπου διακρίθηκε στους τελικούς και της ανέθεσαν να ερμηνεύσει το ρόλο της Κλυταιμνήστρας στο Ηρώδειο, στην όπερα Ευμενίδες, που είχε επιλεγεί ειδικά, κατόπιν διεθνούς διαγωνισμού για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Οι προκριματικοί έγιναν ταυτόχρονα σε 4 σημεία του πλανήτη μας : Στην Αθήνα, στο Μόναχο, στη Νέα Υόρκη και στο Τόκιο.

Όσοι επελέγησαν ήλθαν στην Αθήνα για τον β’ γύρο και τον τελικό. Η τελετή απονομής των βραβείων έγινε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με απευθείας σύνδεση της τότε ΕΡΤ.

Ακολούθησαν βραβεύσεις σε διεθνείς διαγωνισμούς στη Mantova  & στο Udine. Έτσι, είχε πλέον όλα τα αναγκαία εφόδια για να διεκδικήσει ρόλους σε ανάλογα θέατρα του εξωτερικού. Πράγματι, υπήρξε ανταπόκριση. Τραγούδησε Cavalleria Rusticana, Tosca. Αλλά έπειτα από αρκετό καιρό στο εξωτερικό, αποφάσισε να  επιστρέψει στις ρίζες της.