Σαν σήμερα, στις 14 Ιανουαρίου 1898, πέθανε από πνευμονία, ο δημιουργός ενός από τα πιο γνωστά βιβλία της παιδικής μας ηλικίας, τις «Περιπέτειες της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων (Alice’s Adventures inWonderland), πιο γνωστό ως «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων».
Αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας παιδικής λογοτεχνίας, αλλά λίγοι ξέρουν το όνομα του δημιουργού του. Πρόκειται για κλασικό έργο παιδικής και φανταστικής λογοτεχνίας του Βρετανού συγγραφέα και μαθηματικού Τσαρλς Λούτγουϊτζ Ντότζσον, (Charles Lutwidge Dodgson), περισσότερο γνωστού με το ψευδώνυμο Λιούις Κάρολ (Lewis Carroll), που κυκλοφόρησε σε πρώτη έκδοση το 1865.
Ο Ντότζσον, γεννημένος σε μια μικρή πόλη της Βόρειας Αγγλίας στις 27 Ιανουαρίου του 1832, περιγράφει με λεπτή φαντασία και παιδικό αυθορμητισμό σε αυτό το βιβλίο, τις περιπέτειες ενός κοριτσιού, της Αλίκης, η οποία μετά την πτώση της σε μία λαγότρυπα, περιπλανιέται σε ένα φανταστικό κόσμο. Η ιστορία χαρακτηρίζεται από έντονα στοιχεία αλληγορίας, μέσα από τα οποία, ο Κάρολ καυτηριάζει γεγονότα και αντιλήψεις της εποχής του.΄Εχοντας αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένης ανάλυσης, η συνήθης ερμηνεία του έργου αναγνωρίζει την Αλίκη ως εκπρόσωπο της καταπιεσμένης παιδικής ηλικίας κατά τη Βικτωριανή εποχή. Την εποχή του θανάτου του Κάρολ, ήταν το πιο δημοφιλές βιβλίο παιδικής λογοτεχνίας στην Αγγλία, ενώ μέχρι το πρώτο μισό του 20ου αιώνα αποτελούσε ίσως το διασημότερο βιβλίο του είδους του στον κόσμο.
Η υπόθεση του βιβλίου είναι η εξής: Μία ζεστή ημέρα του καλοκαιριού, η Αλίκη μαζί με την αδελφή της, είναι ξαπλωμένες στην όχθη ενός ποταμού. Η Αλίκη ρεμβάζει ενώ η αδελφή της διαβάζει κάποιο βιβλίο. Κάποια στιγμή η Αλίκη σηκώνεται να ξεμουδιάσει και έκπληκτη βλέπει ένα κουνέλι, ντυμένο σαν αριστοκράτης, να περπατάει στα δύο πόδια. Αποφασίζει να το ακολουθήσει και το βλέπει να χάνεται μέσα σε μία τρύπα. Θέλοντας να δει που πάει το περίεργο αυτό κουνέλι , πέφτει στο κενό της τρύπας και το βλέπει να μπαίνει στο διάδρομο ενός σπιτιού.Το ακολουθεί και προσπαθώντας να ανοίξει κάποια πόρτα, η Αλίκη τις βρίσκει όλες κλειδωμένες. Πάνω σε ένα τραπέζι βλέπει ένα χρυσό κλειδί. Το κλειδί ταιριάζει σε μία πόρτα πολύ μικρή όμως, στην οποία εκείνη δεν χωράει να περάσει. Εκείνη την ώρα σκέφτεται πως θα ήταν ευτυχισμένη αν μπορούσε να μικραίνει και να μεγαλώνει κατά βούληση. Δίπλα της, βλέπει ένα μπουκαλάκι, με την επιγραφή «Πιές με».Πίνοντας το, γίνεται μικροσκοπική 25 πόντους και χωράει να περάσει μέσα από την πορτούλα, αλλά θυμάται ότι έχει αφήσει το κλειδί πάνω στο τραπέζι, που όμως τώρα που είναι μικροσκοπική, δεν φτάνει να το πιάσει. Απελπισμένη, παρατηρεί ένα πραγματάκι δίπλα της που γράφει «Φάε με». Τρώγοντας το, μεγαλώνει, γίνεται ένα μέτρο και ογδόντα πόντους και μπορεί να φτάσει το κλειδί για να ανοίξει την πόρτα. Οι περιπέτειες συνεχίζονται και η Αλίκη άλλοτε μικραίνει και άλλοτε μεγαλώνει ανάλογα με τις ανάγκες της ιστορίας …
Στο τέλος, από μια σειρά σπαρταριστά επεισόδια που συμβαίνουν στην περίεργη αυτή χώρα, στη «Χώρα των Θαυμάτων», η Αλίκη καταλήγει κατηγορούμενη μπροστά σε ένα δικαστήριο, όπου δικαστές και ένορκοι είναι … τραπουλόχαρτα. Σε μια στιγμή ακούει την απόφαση του δικαστηρίου « Κόψτε της το κεφάλι».
Αλλά η αδελφή της, που διάβαζε δίπλα της όπως είπαμε, την ακούει να παραμιλάει από τον εφιάλτη και της φωνάζει «Ξύπνα Αλίκη, ξύπνα».
'Ολη η ιστορία, όλο το ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων, δεν ήταν παρά ένα όνειρο, ένας εφιάλτης.
Ελισάβετ Μιτσού
