Ευχάριστες είναι οι εξελίξεις για τον σπουδαίο Έλληνα ιστιοπλόο, Τάσο Μπουντούρη μετά το τροχαίο στον Άλιμο, καθώς αποσωληνώθηκε, χωρίς να παρουσιάζει κάποιο κινητικό πρόβλημα και το σημαντικότερο έχει επαφή με το περιβάλλον.
Μάλιστα βγήκε από την εντατική του ΓΝΑ και συνομιλεί με τους γιατρούς που τον παρακολουθούν, όμως παραμένει στο νοσοκομείο, όπου του χορηγείται υποστηρικτά οξυγόνο.
Το ατύχημα
Το βράδυ της περασμένης Δευτέρας η ιστιοπλοϊκή κοινότητα συνταράχθηκε. Ο Ολυμπιονίκης είχε σοβαρότατο ατύχημα στην παραλιακή, στο ύψος του Συμμαχικού Νεκροταφείου, όταν έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του και έπεσε πάνω στο σταματημένο αυτοκίνητο του Νίκου Γέμελου, ομοσπονδιακού προπονητή της κολύμβησης και προπονητή του Ολυμπιονίκη Σπύρου Γιαννιώτη.
Μεταφέρθηκε στο Γενικό Κρατικό της Νίκαιας. Δεν υπήρχε θέση στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και τον έβαλαν σε ένα κρεβάτι στα Επείγοντα. Ο πρώτος που πήγε δίπλα του ήταν ο Λάκης Παπαθανασίου, ο τέως γενικός γραμματέας της Ελληνικής Ιστιοπλοϊκής Ομοσπονδίας (ΕΙΟ). Οι γιατροί τον ενημέρωσαν ότι εάν δεν μεταφερόταν σε ΜΕΘ θα πέθαινε. Κινήθηκε άμεσα και βρέθηκε θέση σε ιδιωτικό νοσοκομείο του Πειραιά. Ολα τα έξοδα νοσηλείας ανέλαβε η ΕΙΟ και μετά από δύο ημέρες μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο της Αεροπορίας (ΓΝΑ) αφού είναι αξιωματικός της.
Η συναρπαστική διαδρομή του Ολυμπιονίκη
Μικρολίμανο, τέλη της δεκαετίας του ’50. Η θάλασσα έφτανε μέχρι τα βράχια της Καστέλας. Δεν υπήρχαν οι σημερινοί παραλιακοί δρόμοι. Ταβερνάκια με καρέκλες και τραπεζάκια στην άμμο και κάποια σκάφη, κυρίως ψαροκάικα, άραζαν νωχελικά στην ασφάλεια του μικρού κολπίσκου. Στην άκρη του λιμανιού οι τρεις ναυτικοί όμιλοι: ο Βασιλικός Ναυτικός Ομιλος Ελλάδος, ο Ιστιοπλοϊκός Ομιλος Πειραιά και ο Ολυμπιακός.
Οσο κι αν αναπτυσσόταν η περιοχή, παρέμενε πάντα το λιμάνι των ψαράδων. Φτωχόσπιτα κάτω από τη σκιά αρχοντικών εξοχικών κατοικιών. Στο παραλιακό χωμάτινο δρομάκι ξεχώριζε η φιγούρα ενός τρίχρονου πιτσιρικά. Με ένα ξύλινο πατίνι έτρεχε με όση περισσότερη ταχύτητα μπορούσε, προκαλώντας αναστάτωση στους περαστικούς με τα γέλια και τις φωνές του. Οσοι γύρναγαν να δουν τι ήταν αυτό που πέρασε ξυστά από δίπλα αντίκριζαν ένα παιδικό προσωπάκι με σκανταλιάρικο ύφος να τους κοιτάζει. Μάταια η μητέρα του, η κυρία Ελένη, άφηνε τους πάγκους του μπακάλικου που διατηρούσε και έβγαινε στον δρόμο για να τον μαζέψει. Ατίθασος, άφοβος και πλακατζής, ο μικρός Τάσος άρχισε να γράφει από τότε την ιστορία της ζωής του που θα μπορούσε να είχε τίτλο: «Μπουντούρης δεν γίνεσαι. Γεννιέσαι».
