All Around

Η σύγχρονη Μήδεια της Αναβύσσου: Η 28χρονη που πνίγηκε μαζί με τα παιδιά της για να εκδικηθεί τον άντρα της

Η σύγχρονη Μήδεια της Αναβύσσου: Η 28χρονη που πνίγηκε μαζί με τα παιδιά της για να εκδικηθεί τον άντρα της

Πριν 42 χρόνια, μεσημέρι Κυριακής, στις 14 Ιανουαρίου 1979, το Λιμεναρχείο Λαυρίου δέχτηκε ένα τηλεφώνημα.

Σε μια ακτή, κοντά στην Ανάβυσσο Αττικής, η θάλασσα είχε ξεβράσει μια νεαρή γυναίκα δεμένη και σφιχταγκαλιασμένη με ένα κοριτσάκι.  Λίγες ώρες αργότερα, οι βατραχάνθρωποι εντόπισαν και το άψυχο κορμί ενός μικρού αγοριού.

Η ταυτοποίηση δεν άργησε να γίνει, καθώς η γυναίκα φορούσε μία βέρα με το όνομα του συζύγου της και την ημερομηνία του γάμου τους. Οι αστυνομικοί εντόπισαν το σπίτι του στο κέντρο της Αθήνας και το ίδιο βράδυ, του χτύπησαν την πόρτα.

Την ώρα που έφτασαν, ο 32χρονος άντρας ήταν ανάστατος. Η γυναίκα του με τα δύο τους παιδιά, έλειπε από το πρωί κι ήταν έτοιμος να δηλώσει την εξαφάνισή τους στις αρχές. Οι αστυνομικοί του ανέφεραν τις υποψίες τους και του ζήτησαν να τους ακολουθήσει στο λιμεναρχείο για την αναγνώριση.

Όσο οι αστυνομικοί συνέλεγαν καταθέσεις και μαρτυρίες από γείτονες και συγγενείς, ο ιατροδικαστής έφερνε στο φως τα τελευταία κομμάτια του παζλ που συμπλήρωναν το χρονικό της τραγωδίας.

To χρονικό

Το πρωί της Κυριακής, η 28χρονη Β.Χ. είχε φύγει από το σπίτι με τα δύο παιδιά, ηλικίας 8 και 5 ετών. Ο 32χρονος Ν.Χ. δεν τους είδε να φεύγουν, καθώς το προηγούμενο βράδυ είχε προηγηθεί ένας καυγάς μεταξύ τους και προτίμησε να κοιμηθεί στο αυτοκίνητό του, όπως δήλωσε στους αστυνομικούς. Όταν το πρωί επέστρεψε σπίτι και δεν βρήκε κανέναν, δεν ανησύχησε, καθώς η γυναίκα του συνήθιζε τις Κυριακές να επισκέπτεται τους παππούδες. Έτσι, έπεσε για ύπνο και δεν τους αναζήτησε μέχρι το απόγευμα.

Εν τω μεταξύ, η 28χρονη είχε φτάσει στις ακτές του Σαρωνικού, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Ανάβυσσο. Ο τελευταίος μάρτυρας που την είδε ζωντανή ήταν ένας άντρας που διατηρούσε περίπτερο κοντά στην οδό Σουνίου. Η μητέρα σταμάτησε για να πάρει σνακ και ζαχαρωτά στα παιδιά. Έπειτα κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα.

Σύμφωνα με το πόρισμα του ιατροδικαστή, αιτία θανάτου ήταν ο πνιγμός. Πράγμα που σημαίνει ότι όταν βούτηξαν στη θάλασσα ήταν και οι τρεις ζωντανοί. Όπως όλα δείχνουν, η μητέρα πρώτα έδωσε στα παιδιά τα αγαπημένα τους γλυκά, έπειτα γέμισε με βότσαλα τις τσέπες τους και με τη ζώνη του παλτού της, τα έδεσε σφιχτά πάνω της. Κρατώντας τα από το χέρι, πλησίασε στην άκρη ενός ψηλού βράχου και πήδηξε.

Το 8χρονο κοριτσάκι αντανακλαστικά «γραπώθηκε» πάνω της. Ο 5χρονος, κατά την πτώση λύθηκε, γι’ αυτό και το σώμα του βρέθηκε σφηνωμένο ανάμεσα στα βράχια του βυθού. Μητέρα και κόρη ξεβράστηκαν σφιχταγκαλιασμένες στην ακτή, όπου τις εντόπισε το ίδιο μεσημέρι ένας περιπατητής και κάλεσε το λιμενικό.

Η κατάθεση του πατέρα

Στην κατάθεσή του, ο πατέρας υποστήριξε ότι η γυναίκα του τον ζήλευε παθολογικά, είχε παραισθήσεις και στο παρελθόν είχε απειλήσει ότι θα έκανε κακό στα παιδιά. Μάλιστα το 1971, προτού ακόμα συμπληρώσουν ένα χρόνο παντρεμένοι, είχε επιχειρήσει να αυτοκτονήσει. Ο σύζυγός της την πρόλαβε λίγο πριν πηδήξει από το μπαλκόνι.

 «Από την αρχή κατάλαβα ότι η γυναίκα μου δεν ήτανε νορμάλ άνθρωπος. Την κρατούσα στο σπίτι κι ας μην ήτανε στα καλά της. Δεν της χαλούσα χατίρι για χάρη των παιδιών μας. Δεν έλεγα τίποτα στους δικούς μου για να μην κυκλοφορεί το δράμα μου. Παραπονιόμουν μόνο καμιά φορά γιατί η δική μου γυναίκα δεν ήταν σαν τις άλλες. Καταπίεζε τα μωρά μου, τα βασάνιζε. Ξέσπαγε πάνω τους σε κάθε ευκαιρία. Τα ζήλευε, τα πίεζε σας λέω. Να τώρα που έφτασε στο αποκορύφωμα. Στο έγκλημα».

Όσο περνούσαν τα χρόνια όμως, η κατάσταση χειροτέρευε. Τον κατηγορούσε ότι έχει ερωμένες, ενώ ενοχλούταν που έδινε περισσότερη προσοχή στα παιδιά τους παρά στην ίδια. Μερικούς μήνες πριν την τραγωδία, πάνω σε έναν καυγά, τον είχε προειδοποιήσει ότι θα σκοτωνόταν και θα σκότωνε και τα παιδιά. Δεν την πίστεψε.

Η κηδεία έγινε σε ένα τρομερό κλίμα οδυρμού και απορίας. Τα δύο μικρά παιδιά τάφηκαν στο ίδιο φέρετρο, ενώ η μάνα τους ξεχωριστά.

 

Πηγή: Μηχανή του Χρόνου