Οι Άνθρωποι του Αλίμου

Συνέντευξη με τον διακεκριμένο Αλιμιώτη τενόρο Δημήτρη Πακσόγλου

Συνέντευξη με τον διακεκριμένο Αλιμιώτη τενόρο Δημήτρη Πακσόγλου

Τον απολαύσαμε την Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου στην Δημοτική Θεατρική Σκηνή Αλίμου «Κάρολος Κουν», όταν ένωσε την γοητεία της φωνής του με την –επίσης Αλιμιώτισσα– υψίφωνο Βούλα Αμιραδάκη, σε μία μοναδική λυρική παράσταση με τίτλο «2 Αλιμιώτες τραγουδούν Όπερα και Οπερέτα».

Μιλάμε για τον διακεκριμένο τενόρο Δημήτρη Πακσόγλου,  με την μεγάλη διεθνή καριέρα, που έχει διαπρέψει ως λυρικός καλλιτέχνης στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Η όπερα συνδυάζει με μαγικό τρόπο την υποκριτική και το τραγούδι και ως ηθοποιός συνεργάστηκε με σημαντικές θεατρικές σκηνές (Εθνικό Θέατρο, Θέατρο Τέχνης, κ.ά.). Ως λυρικός καλλιτέχνης  απέσπασε Α’ βραβείο στο Διεθνή Διαγωνισμό Κλασικού Τραγουδιού στην Αθήνα, Β’ βραβείο στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Κλασικού Τραγουδιού στη Θεσσαλονίκη και τιμητικές διακρίσεις στους διεθνείς διαγωνισμούς «Μαρία Κάλλας» (Αθήνα) και «Έλενα Ομπρατσόβα» (Αγία Πετρούπολη). Από το 2011 ανήκει στο δυναμικό της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Τον συναντήσαμε –φυσικά στον Άλιμο– και μας μίλησε για την πορεία του στον χώρο του λυρικού τραγουδιού, καθώς και γα τα μελλοντικά του σχέδια.

Κύριε Πακσόγλου, πως βρεθήκατε στο χώρο της μουσικής; Πότε ανακαλύψατε ότι θέλετε να ασχοληθείτε με την μουσική;

 Η ανακάλυψη της ανάγκης μου να ασχοληθώ με τη μουσική, ήρθε σχετικά νωρίς, αφού ζήτησα, σε μικρή ηλικία, από τους γονείς μου να με γράψουν στο Ωδείο για να μάθω αρμόνιο. Οι σπουδές έληξαν άδοξα μετά από δύο χρόνια. Από τότε όμως θυμάμαι τον εαυτό μου να τους λέω ότι θέλω να γίνω ηθοποιός και να παίζω σκετς με θεατές όλο μου το σόι. Άρα λοιπόν, νομίζω ότι πρώτα μπήκε το μικρόβιο του θεάτρου μέσα μου και έπειτα αυτό της μουσικής. Πολύ αργότερα φυσικά, τραγουδούσα στις γιορτές του Θουκυδίδειου σχολείου μας, εδώ στον Άλιμο. Όσο για την ενασχόληση μου σοβαρά με τη μουσική, ήρθε αμέσως μετά τη αποφοίτηση μου από τη Δραματική Σχολή, όπου ξεκίνησα σπουδές μονωδίας στο Ωδείο. 

Είχατε κάποιο πρότυπο;

Δεν έχω πρότυπα γενικά. Πιστεύω ότι ο κάθε άνθρωπος έχει τη δύναμη να πετύχει το ακατόρθωτο, φτάνει να το πιστεύει και να δουλέψει πάνω σ' αυτό. Θαυμάζω πολύ όλους όσους με πενιχρά μέσα καταφέρνουν να προκόψουν σε όλους τους τομείς της ζωής. 

Σας βοήθησαν κάποιοι δάσκαλοί σας; Ξεχώρισε κάποιος από νωρίς το ταλέντο σας;

Είχα την τύχη να πιστέψουν πολλοί σε μένα και ξέρω πόσο δύσκολο ακούγεται αυτό στις μέρες μας. Από τη Δραματική Σχολή Βεάκη που τελείωσα και τον δάσκαλο φωνητικής Αντώνη Τέμπα, μέχρι το Ωδείο και τον δάσκαλο μου διεθνούς φήμης βαρύτονο Κώστα Πασχάλη, ακόμα μέχρι και μέσα από τη δουλειά, όπως τον Λουκά Καρυτινό. Επίσης δεν ξεχνώ τους ανθρώπους της πρώτης παραγωγής στη Γαλλία, όπου έδωσαν σε έναν νέο τενόρο, να κάνει ντεμπούτο με τον ρόλο του Ρανταμές από τη Αϊντα του Βέρντι στο Ολυμπιακό Στάδιο του Παρισιού, μπροστά σε εξήντα χιλιάδες κόσμου. Τους ευγνωμονώ.

Η διαδρομή «μέχρι τη σκηνή» (σ’ αυτόν τον χώρο) ξέρω ότι είναι μακρά. Θα θέλατε να μας μιλήσετε λίγο γι αυτό;

Αφού τελείωσα τη Δραματική Σχολή, εργάστηκα στο θέατρο πρόζας για περίπου εφτά χρόνια, παράλληλα με τις σπουδές μου στο Ωδείο. Αποκλειστικά με τον χώρο της όπερας, ξεκίνησα αμέσως μετά, στην όπερα Θεσσαλονίκης και στο Μέγαρο Μουσικής της πόλης, όπου συμμετείχα σε τρεις διαδοχικές παραγωγές. Αφού πήρα την πρώτη «κρυάδα» εκεί, συνεργάστηκα μετά από ακροάσεις με έναν αντζέντη Γάλλο και δούλεψα για δύο χρόνια περίπου στη Γαλλία. Ενώ ήμουν εκεί, με κάλεσε η Λυρική Σκηνή να περάσω από ακρόαση για τον ρόλο του Γκούσταβο στον Χορό Μεταμφιεσμένων του Βέρντι. Από το 2011 και μετά βρίσκομαι στην Ελλάδα, κατά βάση στην Εθνική Λυρική Σκηνή, όπου είμαι μέλος του ensemble.

Έχετε εργαστεί και στο εξωτερικό. Είναι πιο εύκολα τα πράγματα για έναν καλλιτέχνη να διακριθεί στο εξωτερικό; 

Έχω την εντύπωση ότι είναι εύκολο αλλά και δύσκολο ταυτόχρονα. Εύκολο από την άποψη ότι έχεις πολλές επιλογές εν αντιθέσει με την Ελλάδα, αφού υπάρχουν αμέτρητα θέατρα στην Ευρώπη, αλλά και πιο δύσκολο γιατί ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος κι αν δεν μπορείς να ανταποκριθείς στις απαιτήσεις – που είναι πολύ υψηλές – τότε πολύ γρήγορα θα βρεθείς στο περιθώριο. Σε κάθε περίπτωση, χρειάζεσαι πολύ δουλειά αλλά και τύχη, να βρεθείς δηλαδή την κατάλληλη στιγμή στην κατάλληλη θέση.

Τι ιδιαίτερες δυσκολίες αντιμετωπίζει ένας λυρικός ερμηνευτής;

Αν εννοείτε πάνω στη σκηνή, το να καταφέρεις να υπηρετείς έναν ρόλο με το να τραγουδάς, να υποκρίνεσαι, να κινείσαι ταυτόχρονα, νομίζω ότι αυτό από μόνο του έχει μια μεγάλη δόση δυσκολίας. Η σωστή προφορά ξένων γλωσσών επίσης είναι απαραίτητη. Το τελευταίο διάστημα οι απαιτήσεις των σκηνοθετών αυξάνονται, οπότε πρέπει να τα κάνεις όλα αυτά σχεδόν άρτια. 

Όσον αφορά τώρα εκτός σκηνής, οι θυσίες πραγματικά είναι πάρα πολλές. Πρέπει να κάνεις σχεδόν μια μοναχική ζωή με την θρησκευτική έννοια του όρου, αφού όταν βρίσκεσαι εν τω μέσω της σεζόν, δεν σου επιτρέπεται καμία κατάχρηση. Κάνεις πραγματικό πρωταθλητισμό. Σκεφτείτε ότι δεν μπορείς ούτε να αρρωστήσεις. 

Ποια συνεργασία σας θεωρείτε ότι ήταν η πιο σημαντική ; Ποιόν ρόλο έχετε αγαπήσει περισσότερο;

Πρόσφατα στην Εθνική Λυρική Σκηνή, στο Κέντρο Πολιτισμού «Σταύρος Νιάρχος», ερμήνευσα τον ρόλο του Cavaradossi στην διάσημη Τόσκα του Πουτσίνι. Ήταν το όνειρο μου πάντα και το έκανα πραγματικότητα. Θα επαναληφθεί στο μέλλον στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Όσο για τις συνεργασίες, αλήθεια μου είναι δύσκολο να επιλέξω, καθώς έχω δουλέψει με πολύ αξιόλογους μαέστρους και σκηνοθέτες, εδώ, αλλά και στο εξωτερικό. Νιώθω πολύ τυχερός πραγματικά. 

Ποια είναι τα σχέδια σας για το άμεσο μέλλον;

Το πρόγραμμά μου είναι κλεισμένο μέχρι και το 2020, οπότε το άμεσο σχέδιό μου είναι να παραμείνω υγιής, για να μπορέσω να υπηρετήσω τους ρόλους για τους οποίους  με έχουν ήδη επιλέξει. Η αμέσως επόμενη εμφάνισή μου, είναι στις 5 Απριλίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με τον ρόλο του Cavaradossi στην Τόσκα με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Μετά έχω εμφανίσεις στην Κροατία, στην Ρόδο, στην Κύπρο, στην Θεσσαλονίκη, στην Σουηδία και πολλές άλλες.

Μιλήστε μας λίγο για τον Άλιμο. Ποια θεωρείτε τα θετικά και ποια τα αρνητικά στην πόλη μας;

Δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός αφού κατοικώ στον Άλιμο από τα έξι μου χρόνια και τον αγαπώ πολύ. Για περίπου έναν χρόνο μετακόμισα στο κέντρο της Αθήνας και κόντεψα να τρελαθώ. Τι να πρωτοσκεφτώ; Τη θάλασσα, το θερινό Θεατράκι και τον λόφο Πανί, τις περατζάδες στην παραλία μας μέχρι το Φάληρο, τα παιχνίδια στο Ρέμα της Πικροδάφνης όταν ήμασταν πιτσιρίκια, τους χώρους που μπορείς να παίξεις μπάσκετ, τένις ελεύθερα, το Θουκυδίδειο Λύκειο και το θέατρο «Κάρολος Κουν» όπου έκανα τα πρώτα μου καλλιτεχνικά βήματα; Είμαι πραγματικά ευτυχής που μεγάλωσα και ζω στον Άλιμο και μου είναι αρκετά δύσκολο να σκεφτώ κάτι αρνητικό.

 

Μίλησε στην Ελισάβετ Μιτσού