Οι Άνθρωποι του Αλίμου

Μαρία Ρασσιά: «Με εμπνέουν οι κάτοικοι του Αλίμου»

Η Μαρία Ρασσιά κυκλοφορεί την συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Η απόλαυση της σκιάς» από τις εκδόσεις Κέδρος. Μένει χρόνια στον Άλιμο και με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου τη Παρασκευή την συναντήσαμε και μας μίλησε για τα διηγήματα, την έμπνευση και φυσικά, για τον Άλιμο.

«Η απόλαυση της σκιάς» είναι η πρώτη σας συλλογή διηγημάτων. Τι θα λέγατε στον αναγνώστη γι’ αυτή τη συλλογή;

Δύο νουβέλες κι επτά διηγήματα, εννέα κεντρικοί χαρακτήρες, άντρες, γυναίκες,  διαφορετικοί μεταξύ τους ως προς την ιδιότητα και τη θέση τους στον κόσμο.  Άνθρωποι καθημερινοί που τους παρακολουθούμε να ζουν με τις φοβίες τους – φαινομενικά διαφορετικές, αλλά όλες συγκλίνουν στις απώλειες. Άλλωστε η καθημερινότητα είναι τόσο αιχμηρή που επαναλαμβάνουμε τις ίδιες διαδρομές, τις ίδιες σκέψεις · αναμετριόμαστε σ’ ένα βαθύτερο στρώμα με τη φθορά και τον θάνατο· για παράδειγμα,  προσέχουμε μη γλιστρήσουμε στο μπάνιο για να μη χτυπήσουμε και πεθάνουμε. Όλα μα όλα είναι συνυφασμένα με απώλειες.

Οι εννέα ήρωες - που στην πραγματικότητα δεν επιθυμούν να γίνουν ήρωες -  ενώ συνεχίζουν να είναι εγκλωβισμένοι στον μικρόκοσμό τους, θα σκεφτούν, πως τελικά ο κόσμος δεν άλλαξε, ούτε θ’ αλλάξει. Και τότε ο καθένας χωριστά, θα ξεκινήσει τη διαδρομή του, είτε από κάτι ξαφνικό που συμβαίνει, είτε αποφασισμένος, αλλά αθώος ακόμη κατά το δοκούν, να σταθεί αντίκρυ σε νέες ή παλιές σκέψεις και δράσεις, που δεν τόλμησε μέχρι πριν να φέρει στο φως. Κάνουν αλλόκοτα πράγματα και αυτοσαρκάζονται, νιώθοντας αμηχανία, αλλά  αυτό το διαφορετικό, τους διεγείρει για να σκεφτούν πως το μεγαλύτερο βάρος στη ζωή, είναι να μην έχεις τίποτε να κουβαλήσεις. Συμπεριφέρονται σαν σκιές, με φόβους και αγωνία, έχοντας απολέσει τη μιζέρια και την ασφυξία της απτής καθημερινότητας, για να απολαύσουν τελικά, την εύθραυστη ομορφιά μιας αχτίδας φωτός που μπαίνει από μια χαραμάδα.  

Τα διηγήματα χαρακτηρίζονται από μία γλυκιά μελαγχολία και πραγματεύονται τον θάνατο αλλά και τη ζωή. Πως επιλέξατε τα συγκεκριμένα για τη συλλογή; Ήταν εύκολη η επιλογή;

Πως θα πραγματευτείς τον θάνατο αν δεν υπάρχει ζωή; Δεν θα χαρακτήριζα την επιλογή εύκολη ή δύσκολη, σίγουρα όμως οι προθέσεις μου ήταν σκοτεινές αλλά γόνιμες. Ήταν η στιγμή να διαταράξω προηγούμενες βεβαιότητες. Να δημιουργήσω νέα ερωτήματα στον προαιώνιο αυτόν φόβο. Ερωτήματα χωρίς δεδομένες απαντήσεις. Άλλωστε η λογοτεχνία, η τέχνη γενικότερα, δημιουργεί νέες εικόνες, παράλληλες στάσεις ζωής. Υπάρχουν βιβλία που μου άλλαξαν παλιές  πεπατημένες. Τοποθετώντας τους χαρακτήρες του βιβλίου σε μία χρονική στιγμή για να τους παρατηρήσω, έκανα μία νέα διαδρομή μαζί τους, σκοτεινή αλλά γοητευτική. Επιθυμούσα μία διαφυγή από το κουκούλι της αιχμηρής καθημερινότητας. Και οι εννέα χαρακτήρες μέσα από την προσωπική τους διαδρομή, ανάμεσα σε δικούς τους ανθρώπους – δεύτερους χαρακτήρες, θα μετατοπιστούν. Άλλωστε δεν παραμένεις ίδιος, όταν έχεις επιλέξει να βυθιστείς. Η ανάβαση περιμένει εκεί, μαζί με το φως, το λιγοστό έστω φως κι εκεί οι σκιές μπορεί να γίνουν έγχρωμες.

Ποιο διήγημα ξεχωρίζετε εσείς;

Ξεχωρίζω τον «κίτρινο συναγερμό», γιατί το κορίτσι, ένας χαρακτήρας έτοιμος για δράση,  ενώ την βλέπουμε να κινείται στην πόλη της, τηλεφωνεί η αδελφή της για να της ανακοινώσει κλαίγοντας, πως η μητέρα τους πέθανε.  Εμπλεκόμενη, αναγκαστικά και ξαφνικά στην διαδικασία  ταφής - αυτό που επέμενε η αδελφή της -  μου έδωσε την ελευθερία,  αφού την άφησα να βγάλει το θυμό της αλλά και την τρυφερότητά της - να σκεφτώ τόσα πολλά : ακόμη και να θέλει να κάνει εμετό, στα ρούχα του συζύγου της αδελφής της που της λέει κατάμουτρα πως είναι φρικιό, αγνοώντας  τη θλίψη της και την αμηχανία της γι’ αυτό που είχε συμβεί. Το κορίτσι επιμένει πως η μαμά της θα ήθελε να καεί, αλλά η αδελφή της, ζητάει αποδείξεις κι επιχειρήματα. Και μαλώνουν οι δύο αδελφές : «Η μαμά θα καεί», «όχι, η μαμά θα ταφεί».  Κι ενώ οι ώρες περνούν και όλα πρέπει να γίνουν κανονικά και οι ειδικοί τηλεφωνούν και πιέζουν για την διαδικασία και τον χρόνο, το κορίτσι αυτό ψάχνει παντού, οπουδήποτε – παλιές φωτογραφίες, ποιήματα προχειρογραμμένα-, για να αποδείξει, αυτό που δεν είχε ειπωθεί ποτέ από τη μητέρα της.

Ετοιμάζετε κάποιο μυθιστόρημα;

Το μυθιστόρημα θα προκύψει ή μπορεί και να  μη προκύψει. Θα εξαρτηθεί από τους πρώτους και δεύτερους χαρακτήρες – που μπορεί να συναντηθούμε,  για να συνθέσω μία εκτενή πλοκή. Όταν αποφασίζω  κάτι που έχω σκεφτεί – μία ιδέα ας πούμε, αφού έχω σχεδιάσει την ιστορία με τους χαρακτήρες και την πλοκή  – είμαι έτοιμη  να τη γράψω, ποτέ δεν με απασχολεί η έκτασή του κειμένου που θα προκύψει. Η νοηματοδότηση και οι χαρακτήρες θα μου δώσουν την χρονικότητα της διαδρομής τους, αφού όλα τελικά εξαρτώνται από τα συναισθήματα και την στάση τους. Σχεδόν πάντα βέβαια,  κάπου στα μισά, γνωρίζω πια την έκταση του κειμένου.

Με ποιο είδος θα θέλατε να ασχοληθείτε συγγραφικά;

Με ενδιαφέρει πολύ ο μαγικός  ρεαλισμός τόσο σαν αναγνώστης λογοτεχνίας, όσο και σαν συγγραφέας. Με γοητεύει πολύ η ανάδειξη του μη πραγματικού, του αλλόκοτου, σαν κάτι κοινό, τετριμμένο στην καθημερινότητα. Είναι κάτι σαν στάση ζωής και έκφραση συναισθημάτων. Οι χαρακτήρες του μαγικού ρεαλισμού δεν εξηγούν ποτέ το «μαγικό/φανταστικό» στοιχείο. Ούτε και οι άλλοι, που το βλέπουν. Για παράδειγμα ο Χούλιο Κορτάσαρ στο διήγημα Σύλβια, περιγράφει τα πάντα ρεαλιστικά, όταν κάπου εμφανίζεται ένα κορίτσι που το βλέπουν μόνο ο αφηγητής- ενήλικος - και τα παιδιά, αλλά όχι οι υπόλοιποι ενήλικες. Επίσης ο Γκαμπριέλ Μάρκες στα εκατό χρόνια μοναξιάς, τοποθετεί ανθρώπους δεμένους σ’ έναν κορμό δέντρου για χρόνια πολλά.

Ένα λοιπόν φανταστικό στοιχείο, επινοείται από τον συγγραφέα για να προσφέρει μιαν  άλλη οπτική του κόσμου μας στον αναγνώστη, χωρίς αυτό να σημαίνει πως εγκαταλείπεται κάθε λογική ή αφηγηματική συνοχή.

Ο μαγικός ρεαλισμός δεν ειρωνεύεται, είναι εντελώς σοβαρός, προσπαθώντας μέσα από διαφορετικές οπτικές να κλείσει το μάτι στους αναγνώστες, σε διαχρονικά και υπαρξιακά θέματα που συσσωρεύονται στην καθημερινότητά μας.

Είναι μία ανασυγκρότηση της πραγματικότητας, με έμφαση στη μαγεία της ύπαρξής μας. Ωστόσο, το λογοτεχνικό είδος του μαγικού ρεαλισμού, είναι ένα εκφραστικό μέσο στη σκέψη του συγγραφέα, που ορίζεται από το συγκεκριμένο κάθε φορά ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο μέσα από το οποίο εμφανίζεται. Υπερβαίνει γεωγραφικά, οντολογικά και πολιτικά όρια για να διευκολύνει τη συνύπαρξη ή και την ένωση ακόμη πιθανών κόσμων και ολόκληρων συστημάτων.

Τρία αγαπημένα σας βιβλία;

Θα ξεχωρίσω : Το Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο, Τα μαγαζιά της κανέλας του Μπρούνο Σούλτς και Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη του Λωράν Μωβινιέ.          Βέβαια, αγαπημένα έργα είναι και  οι αρχαίες Ελληνικές τραγωδίες, αλλά και έργα των  παγκόσμιων κλασσικών και μεταγενέστερων  – Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Μπορίς Βιάν, Ζαν Πωλ Σάτρ, Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ,  Τζαίημς Τζόυς, Μισέλ Φουκώ, Βιρτζίνια Γούλφ, Μαργκερίτ Ντυράς, Χάνα Άρεντ, Άλις Μονρό, Έντγκαρ Άλαν Πόε, και πολλοί άλλοι.

Τι σας εμπνέει;

Οι ιστορίες των ανθρώπων, η ίδια η γλώσσα σαν μια απόπειρα προσπάθειας να ισορροπώ σε δύο κόσμους, να μπαινοβγαίνω από το πραγματικό σε ένα άλλο πραγματικό που έχει μυρωδιά, σχήμα, κίνηση και όλα γίνονται λέξεις, σκέψεις, εικόνες. Με εμπνέει η πόλη και τα συναισθηματικά της πεδία.

Ο Άλιμος με ποιον τρόπο θα μπορούσε να εμπνεύσει έναν δημιουργό;

Με εμπνέουν οι κάτοικοι του Αλίμου, όταν βρίσκομαι δίπλα τους και ας μην γνωριζόμαστε. Στον Άλιμο ζω τα τελευταία 18 χρόνια. Όπου και αν πάω, όταν γυρίζω, όταν πλησιάζω στη πόλη μου, αισθάνομαι στο δέρμα μου την ενέργειά της, τη μυρωδιά της θάλασσας. Παρατήρησα πως ο Άλιμος είναι αρκετά ανισόπεδος, έτσι ώστε, ξεπροβάλλουν συχνά ανηφόρες και μετά, στις κατηφόρες, φαίνεται η θάλασσα ανάμεσα στις κεραίες και στις ταράτσες των σπιτιών. Και κάπου εκεί, στη θάλασσα του Αγίου Κοσμά, αναφέρει ο Παυσανίας πως κατά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, ο άνεμος και η θαλασσοταραχή έφερε τα συντρίμμια του Ξέρξη,  μέχρι το ακρωτήρι του Αγίου Κοσμά. Παλιά ο Άλιμος ήταν τόπος εξοχής. Δηλαδή οι κάτοικοι έρχονταν στα σπίτια για τις διακοπές τους. Υπάρχουν παλιές μονοκατοικίες με κήπους και σιδερένιες πόρτες με τζάμια ανάγλυφα. Σε μία από αυτές μάλιστα, έχει διαδραματιστεί μια μεγάλη ιστορία, μία ιστορία αγάπης, που όμως είχε τραγικό τέλος.

Που βγαίνετε στον Άλιμο;

Αγαπημένο μου στέκι το καφέ-μπαρ Μποέμ.

Ποιο θα λέγατε πως είναι το αγαπημένο σας μέρος στον Άλιμο;

Ο λόφος Πανί που έχει πανοραμική θέα. Τα σπίτια, τα δέντρα, η θάλασσα, τόσο αραιά μεταξύ τους, αλλά και τόσο αρμονικά, γεωμετρικά διατεταγμένα. Ο λόφος αυτός ήταν μάλιστα λατρευτικός χώρος για τον αρχαίο θεό Πάνα.

               

Μίλησε στην Τατιάνα Τζινιώλη

Η παρουσίαση θα γίνει την Παρασκευή 10 Μαρτίου στις 20:00 στο Polis Art Café (Πεσμαζόγλου 5, Αθήνα)