Γράφει η Μαρία Μαρκαντωνάκη
Κλινική Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια
Στην κλινική πράξη συναντώ συχνά ανθρώπους που έφυγαν από μια σχέση ενώ εξακολουθούσαν να αγαπούν βαθιά τον σύντροφό τους. Αυτό που τους οδηγεί στην απόφαση του χωρισμού δεν είναι η απουσία αγάπης, αλλά η χρόνια απουσία αμοιβαιότητας, συναισθηματικής διαθεσιμότητας και ουσιαστικής παρουσίας.
Πρόκειται για έναν από τους πιο σύνθετους ψυχικούς αποχωρισμούς. Γιατί δεν καλείται κανείς να αποχαιρετήσει μόνο έναν άνθρωπο. Καλείται να αποχαιρετήσει την ελπίδα ότι κάποια μέρα η σχέση θα γίνει αυτό που ονειρεύτηκε.
Πολλοί άνθρωποι παραμένουν για χρόνια σε σχέσεις όπου περιμένουν. Περιμένουν να βρεθεί χρόνος. Περιμένουν να πραγματοποιηθούν κοινά σχέδια που συνεχώς αναβάλλονται. Περιμένουν να αισθανθούν προτεραιότητα. Περιμένουν μια αλλαγή που υπόσχεται το μέλλον, αλλά σπάνια επιβεβαιώνεται από το παρόν.
Η αναμονή αυτή δεν είναι ένδειξη αδυναμίας.
Είναι, τις περισσότερες φορές, έκφραση βαθιάς συναισθηματικής επένδυσης, αγάπης και πίστης στη σχέση.
Ωστόσο, η ψυχολογία των διαπροσωπικών σχέσεων μας δείχνει ότι η ποιότητα μιας σχέσης δεν καθορίζεται μόνο από τα συναισθήματα που δηλώνονται, αλλά κυρίως από τις επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές που βιώνει ο κάθε σύντροφος. Η αίσθηση της ασφάλειας, της συναισθηματικής εγγύτητας και της αξίας δεν δημιουργείται μέσα από υποσχέσεις, αλλά μέσα από τη συνέπεια, τη διαθεσιμότητα και την καθημερινή επιλογή του ενός προς τον άλλον.
Συχνά ακούω ανθρώπους να λένε:
«Με αγαπούσε. Το ξέρω.»
Ίσως πράγματι να αγαπούσε.
Όμως η αγάπη, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να συντηρήσει μια υγιή σχέση.
Η αγάπη χρειάζεται χρόνο.
Χρειάζεται παρουσία.
Χρειάζεται αμοιβαιότητα.
Χρειάζεται τη διάθεση να δημιουργηθεί χώρος και για τον άλλον.
Όταν ένας άνθρωπος καλείται διαρκώς να προσαρμόζεται, να περιμένει ή να διεκδικεί τα αυτονόητα, σταδιακά φθείρεται η αίσθηση της προσωπικής του αξίας. Δεν αισθάνεται ότι συμμετέχει ισότιμα στη σχέση, αλλά ότι προσπαθεί συνεχώς να χωρέσει στη ζωή του άλλου.
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η συναισθηματική ωριμότητα δεν εκφράζεται μόνο μέσα από την ικανότητα να αγαπάμε. Εκφράζεται και μέσα από την ικανότητα να αναγνωρίζουμε πότε οι ανάγκες μας παραμένουν συστηματικά ανικανοποίητες και να έχουμε το θάρρος να προστατεύσουμε τον εαυτό μας.
Ο άνθρωπος που επιλέγει να φύγει ενώ εξακολουθεί να αγαπά δεν είναι απαραίτητα εκείνος που εγκατέλειψε τη σχέση.
Πολλές φορές είναι εκείνος που σταμάτησε να εγκαταλείπει τον εαυτό του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πονά.
Αντίθετα, συχνά πονά περισσότερο από εκείνον που έμεινε πίσω.
Όμως επιλέγει να μην ταυτίσει την αγάπη με τη διαρκή αναμονή ή με τη διαρκή στέρηση.
Γιατί η αληθινή αγάπη δεν είναι μια ατέρμονη προσπάθεια να αποκτήσεις μια θέση στη ζωή κάποιου.
Είναι η ήρεμη βεβαιότητα ότι αυτή η θέση υπάρχει ήδη.
Ο άνθρωπος που φεύγει ενώ ακόμα αγαπά δεν είναι ο χαμένος της ιστορίας.
Είναι εκείνος που βρήκε το θάρρος να πει:
«Δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω με ψίχουλα, όταν η καρδιά μου είναι ικανή να προσφέρει ένα ολόκληρο τραπέζι.»
Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική υπενθύμιση προς όλους όσοι σήμερα θρηνούν έναν τέτοιο χωρισμό:
Δεν έχασες επειδή έφυγες. Έχασες μόνο την ψευδαίσθηση ότι, αν περίμενες λίγο ακόμη, τα πράγματα θα άλλαζαν από μόνα τους.
Κέρδισες, όμως, κάτι πολύ πιο σημαντικό: τη δυνατότητα να ξαναχτίσεις τη ζωή σου εκεί όπου η αγάπη δεν θα χρειάζεται να αποδεικνύεται καθημερινά με υπομονή, αλλά θα εκφράζεται αυτονόητα μέσα από την παρουσία, τον σεβασμό και την αμοιβαία επιλογή.
Γιατί η θέση που μας αξίζει σε μια σχέση δεν είναι αυτή που κατακτούμε με ατελείωτη προσπάθεια.
Είναι εκείνη που μας προσφέρεται με αγάπη, συνέπεια και ελευθερία.

Μαρκαντωνάκη Μαρία
Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια παιδιού, εφήβου και οικογένειας.
Υπεύθυνη του Κέντρου Ψυχολογικής Υποστήριξης και Λογοθεραπείας Αλίμου.(ΚΕΨΥΛ)

