Ειδήσεις και νέα του Αλίμου

Έτσι ξεκίνησε η ιστορική ταβέρνα «Μαρίδα» στο Καλαμάκι

Έτσι ξεκίνησε η ιστορική ταβέρνα «Μαρίδα» στο Καλαμάκι

Mια φορά κι έναν καιρό, δέκα χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα, ήτανε μια παρθένα ακτή, που ξεκινούσε από το γεμάτο με νερό Ρέμα της Πικροδάφνης και τελείωνε στο ακρωτήρι του Αγίου Κοσμά.

Ένα κομμάτι του Σαρωνικού όλο μαγεία, σε ένα κλίμα Μεσογειακό, ξηρό, όλο υγεία. Ένα άγριο κομμάτι του Σαρωνικού, γεμάτο σπηλιές και βράχια. Σε τέσσερα σημεία της ακτής, το κύμα έστρωνε μια ψιλή, χρυσή, άμμο και σχημάτιζε τις αμμουδιές της Πικροδάφνης, του Γεμενάκη, του Ζέφυρου και του όρμου του Αλίμου.  

Οι πρώτοι κάτοικοι πρώτα απ’ όλα σκέφτηκαν το Θεό κι έκτισαν το εκκλησάκι των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού, των Αναργύρων, πάνω στο ακρωτήρι, στο πιο ψηλό του μέρος.

Μετά σκέφτηκαν το φρέσκο ψάρι και τα ποικίλα θαλασσινά που έβγαζε η περιοχή, και άρχισε να ξεφυτρώνει το ένα ταβερνάκι μετά το άλλο, φτιαγμένα από δραστήριους επαγγελματίες, με πίστη και θέληση να ριζώσουν στον τόπο αυτό. Πράγμα που πέτυχαν.

Οι λίγοι Μπραχαμιώτες και οι λίγοι φερτοί που διάλεξαν τον τόπο για μόνιμη διαμονή πλήθαιναν σιγά-σιγά, γιατί ερχόντουσαν κι άλλοι, Αθηναίοι, Πειραιώτες κι απ’ όλη την Ελλάδα κι άλλαζαν την μορφή του τότε Καλαμακίου μετατρέποντάς το σε επαγγελματικό χώρο με το άνοιγμα σε κάθε μέτρο του παραλιακού χώρου του και μιας ψαροταβέρνας ή εστιατορίου, όπου εύρισκες φρεσκότατο  ψάρι και ποικιλία θαλασσινών οστράκων ξεπερνώντας σε κίνηση και το Τουρκολίμανο, πράγμα που ύμνησε και ο λαϊκός βάρδος Βασίλης Τσιτσάνης στον «Αμαξά» του.

«Τράβα, τράβα, τράβα Καροτσέρη, τράβα και στο Καλαμάκι, κόψε για ουζάκι.  Ε, ρε ντουνιά»!

Γραφικότατο και ρομαντικότατο το καλοκαιρινό βράδυ στο Καλαμάκι από το 1920 μέχρι το 1960 να ατενίζεις μια παραλία από το Έδεμ μέχρι τον Άγιο Κοσμά σπαρμένη στη σειρά με φωτάκια από τα κέντρα του Καλαμακίου, που έφτασε εποχή να ξεπερνούν και τα πενήντα!

Μία από αυτές τις ταβέρνες, ίσως η πιο γνωστή, ήταν η «Μαρίδα», στη γωνία των σημερινών λεωφόρων Ποσειδώνος και Ελευθερίας (Αμφιθέας).

Η ιστορία της «Μαρίδας» ξεκίνησε την εποχή που οι γύρω δρόμοι ήταν ακόμη χωματόδρομοι. Την ιστορία της μας την εξιστόρησε ο εγγονός της τότε ιδιοκτήτριας, Νίκος Βλαστός.

Η Ελένη Τερζάκη παρακολουθεί το χτίσιμο της «Μαρίδας»

«Η ιστορία της “Μαρίδας” ξεκίνησε από δύο παράλληλες ιστορίες. Η πρώτη ιστορία ήταν αυτή του  πατέρα μου, του Αγησίλαου Βλαστού, ο οποίος γεννήθηκε στη Σμύρνη. Με την καταστροφή της Σμύρνης, η γιαγιά μου με τα δύο παιδιά (τον πατέρα μου και την αδελφή του) ήρθαν στην Ελλάδα ως πρόσφυγες. Ο πατέρας μου, 8 χρονών τότε, έπιασε δουλειά ως ναυτόπαις (μούτσος) στο καΐκι του Ζέπου, στο Μικρολίμανο, ο οποίος ήταν ο γνωστός από το λαϊκό άσμα “καπετάν-Ζέπος”. Ως γνωστόν, η πληρωμή τότε γινόταν, όχι με χρήμα, αλλά με ψάρια. Ο πατέρας μου Αγησίλαος, γνωστός με το όνομα “Μπέμπης”, γιατί ήταν κοντούλης και μικρός, δούλεψε στο καΐκι του Ζέπου περίπου δέκα χρόνια. Σιγά-σιγά αγόρασε ένα τρίκυκλο και έχοντας ένα τελάρο με ψάρια, όργωνε την παραλιακή πουλώντας ψάρια. Κάποια στιγμή, το 1960, μπαίνοντας στη “Μαρίδα” να πουλήσει ψάρια, βλέπει την κόρη της ιδιοκτήτριας, την Μπέλλα, την ερωτεύεται και παντρεύονται».

Εδώ ξεκινάει η δεύτερη παράλληλη ιστορία.

Η Ελένη Τερζάκη με τον σύζυγό της Αγησίλαο Βλαστό, η παραλιακή ήταν ακόμη χωματόδρομος

Ιδιοκτήτρια της “Μαρίδας” ήταν η Ελένη Τερζάκη. Ο πατέρας της, αν και αρχικώς είχε εύπορη οικογένεια (ως έμπορος), στη συνέχεια έχασε την περιουσία του. Η Ελένη στον πόλεμο του  ’40, έμεινε χήρα με τρεις κόρες. Μετά τον πόλεμο, για να επιβιώσει, έστησε μία παράγκα στην παραλιακή, με μία φουφού και τηγάνιζε ψάρια. Και μαζί με χόρτα και κρασί, σταματούσαν οι περαστικοί για ένα μεζεδάκι.  Σιγά-σιγά το συγκεκριμένο σημείο έγινε στέκι και έχοντας κάνει κάποιο κομπόδεμα η Ελένη, νοίκιασε το οικόπεδο που βρισκόταν στη γωνία των σημερινών λεωφόρων Ποσειδώνος και Αμφιθέας. Το συγκεκριμένο οικόπεδο κατά την Kατοχή χρησιμοποιείτο ως βάση για πυρομαχικά του ναυτικού και θεωρείτο επικίνδυνο. Για τον λόγο αυτόν, η Ελένη το μπάζωσε, το υπερύψωσε και εκεί πάνω έχτισε. Γι’ αυτό το συγκεκριμένο κτίσμα είναι υπερυψωμένο, ακόμη και σήμερα.  Αυτή είναι η αρχή της “Μαρίδας” το 1949.

Σ’ αυτό το σημείο, “παντρεύονται” οι δύο ιστορίες.  Ο “Μπέμπης” μπαίνει στη “Μαρίδα” για να πουλήσει ψάρια, ερωτεύεται την μία κόρη της Ελένης, την Κωνσταντίνα, γνωστή ως “Μπέλλα” και παντρεύονται.

Ο “Μπέμπης” γεμάτος όρεξη για δουλειά και έχοντας πρόσβαση σε φρέσκα ψάρια, αλλάζει την μορφή της ταβέρνας, με τελική μορφή το 1965, προσθέτοντας πολλά τραπέζια, φτιάχνοντας την ταράτσα και η “Μαρίδα” έγινε για τα επόμενα τριάντα χρόνια, η αγαπημένη ταβέρνα των Αθηναίων.

Ο Αγησίλαος Βλαστός μπροστά στην βιτρίνα με τα ψάρια

Τα χρόνια όμως πέρασαν, το Καλαμάκι έχασε το εξοχικό του χρώμα, δημιουργήθηκαν πολλά εστιατόρια, ο κόσμος άρχισε να προτιμάει τα παραλιακά κέντρα στη Γλυφάδα και στη Βουλιαγμένη και τέλος, το 1996 η “Μαρίδα” έκλεισε και στη θέση της άνοιξε η “Pizza Hut”.

Τιμητικά λοιπόν για τον πατέρα του, ο Νίκος Bλαστός, ονόμασε το εστιατόριό του που βρίσκεται στην οδό Λοχαγού Χρονοπούλου 50 - «Bebi’s».

Η Ελένη Τερζάκη και το προσωπικό της «Μαρίδας»

Τα πρώτα αυτοκίνητα μπροστά στη «Μαρίδα»

Μπέλλα και Νίκος Βλαστός

 

Κείμενο: Ελισάβετ Μιτσού

Οι φωτογραφίες είναι από το φωτογραφικό αρχείο του Νίκου Βλαστού